επανωκαλύμ(μ)αυκο(ν)

και επανωκαμήλ(λ)αυκο(ν), το (Μ ἐπανωκαμελλαύκιον και ἐπανωκαμελλαύχιν και ἐπανωκαμήλ(λ)αυκον)
μαύρο κάλυμμα που τό έριχναν πάνω στο καλυμμαύχι τών μοναχών και κυρίως τών επισκόπων και τών αρχιμανδριτών και σκέπαζε το κεφάλι και τον αυχένα.

Dictionary of Greek. 2013.

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.